Ρικάρντο Κακά: «Η φωνή της αλήθειας»
Από το θαύμα που τον κράτησε όρθιο ως τη δόξα της Μίλαν και την κορυφή του κόσμου. Αυτή είναι η ιστορία του Ρικάρντο Κακά.
Το «Voice of Truth» των Casting Crowns δεν είναι απλώς ένα τραγούδι. Είναι μια κραυγή πίστης μέσα στον κυκλώνα της αμφιβολίας. Μιλά για τη φωνή του Χριστού που διαπερνά κάθε ανθρώπινη αβεβαιότητα, κάθε φωνή που λέει πως δεν είσαι ικανός, πως δεν μπορείς. Είναι η φωνή που κάλεσε τον Πέτρο να περπατήσει πάνω στα κύματα στην όχθη της θάλασσας της Γαλιλαίας, η φωνή που έδωσε δύναμη στον Δαβίδ μπροστά στον Γολιάθ και είναι η ίδια φωνή που άκουσε και ακολούθησε ο Ρικάρντο Κακά, όταν στα 21 του χρόνια πήρε τη δύσκολη απόφαση να αφήσει πίσω του τη Βραζιλία για να μετακομίσει στην Ιταλία και το Μιλάνο.
Για έναν 21χρονο, η απόσταση ανάμεσα στο «μένω» και στο «φεύγω» είναι μια ατελείωτη ευθυτενής γραμμή . Φεύγεις από το σπίτι σου, από την οικογένεια, τους φίλους, την κουλτούρα σου. Δεν φεύγεις μόνο από έναν τόπο – φεύγεις από το οικείο και πετιέσαι στο άγνωστο. Ο φόβος είναι φυσικός. Η αβεβαιότητα τεράστια. Είναι οι φωνές του φόβου και της αμφιβολίας, που σου ψιθυρίζουν πως δεν είσαι αρκετά δυνατός ώστε να τα καταφέρεις. Μα πίσω απ’ αυτές, υπάρχει μια άλλη φωνή-σταθερή, ήσυχη αλλά δυνατή. Η φωνή της αλήθειας.
Ο Κακά την άκουσε και την πίστεψε, όπως έκανε σε όλη την διαδρομή της καριέρας του. Δεν πήγε στη Μίλαν επειδή ένιωσε έτοιμος. Πήγε επειδή πίστευε ότι ο Χριστός τον οδηγούσε εκεί. Όπως λέει το τραγούδι: "I will choose to listen and believe the voice of truth." Δεν άφησε τον φόβο να τον ορίσει άφησε την πίστη του να γίνει πυξίδα. Ήξερε ότι δεν περπατούσε μόνος. Η πορεία του τον δικαίωσε για αυτή την επιλογή. Έγινε σύμβολο στα μάτια πολλών ανθρώπων και νέων παιδιών, χωρίς να πάψει να δείχνει με τα χέρια στον ουρανό κάθε φορά που σκόραρε. Το “Voice of Truth” είναι, τελικά, η μελωδία εκείνου που ακούει τον Θεό και τολμά και ο Κακά είναι η ζωντανή απόδειξη πως όταν η πίστη είναι μεγαλύτερη από τον φόβο, τότε τίποτα δεν είναι αδύνατο.
Η παιδική ηλικία: Από την Μπραζίλια, στο Σάο Πάολο
Η ιστορία του Ρικάρντο Ίζέκσον ντος Σάντος Λέιτε αρχίζει στην Μπραζίλια, την πρωτεύουσα της Βραζιλίας. Μια πόλη αρχιτεκτονικό αριστούργημα και μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, που διαφέρει σημαντικά από τις παραδοσιακές βραζιλιάνικες πόλεις. Με τον φουτουριστικό της σχεδιασμό που θυμίζει αεροπλάνο και τις ευρείες λεωφόρους, η Μπραζίλια αντανακλά μια πτυχή της βραζιλιάνικης κουλτούρας που δεν συνδέεται με το χάος των φαβέλων, αλλά με την τάξη και τον σχεδιασμό. Εκεί, σε αυτό το ιδιαίτερο αστικό περιβάλλον, ο Κακά πέρασε τα τέσσερα πρώτα χρόνια της ζωής του.
Στη συνέχεια, η οικογένειά του μετακόμισε στην Κουιαμπά, όπου ο Κακά έζησε τα επόμενα τρία χρόνια. Ο καθηγητής φυσικής αγωγής του αναγνώρισε αμέσως τις ικανότητές του και τον ενθάρρυνε να αναζητήσει μια ομάδα για προπόνηση. Σε ηλικία επτά ετών, η οικογένεια του μετακόμισε στο Σάο Πάολο, την πόλη που θα καθόριζε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής του ηλικίας και θα γινόταν το εφαλτήριο για την ποδοσφαιρική του καριέρα. Από τα οκτώ έως τα είκοσι ένα του χρόνια, ο Κακά αναπτύχθηκε σε αυτή τη μεγαλούπολη, έναν πολυσύχναστο κόμβο πολιτισμού, οικονομίας και, φυσικά, ποδοσφαίρου.
Οικογένεια και ηθικές αξίες: Ο Πατέρας ως πρότυπο
Σε αντίθεση με την πλειονότητα των Βραζιλιάνων ποδοσφαιριστών που συχνά προέρχονται από φτωχογειτονιές, ο Κακά προερχόταν από μια σχετικά εύπορη οικογένεια μεσαίας τάξης. Ο πατέρας του, ο Μπόσκο, πολιτικός μηχανικός, και η μητέρα του, δασκάλα, παρείχαν ένα σταθερό και υποστηρικτικό περιβάλλον. Αυτή η οικογενειακή υποστήριξη και οι ισχυρές αξίες που μεταλαμπαδεύτηκαν από τους γονείς του, ιδιαίτερα από τον πατέρα του, ήταν καθοριστικές. Ο Μπόσκο υπήρξε το μεγαλύτερο πρότυπο στη ζωή του Κακά.
Παρεμπιπτόντως το παρατσούκλι "Κακά" προήλθε από τον μικρότερο αδερφό του, τον Ντιγκάο, ο οποίος δυσκολευόταν να προφέρει το "Ρικάρντο" και έτσι έλεγε συνεχώς "Κακά, Κακά". Έτσι, το όνομα έμεινε ως ένα παιχνιδιάρικο κληροδότημα από την παιδική του ηλικία.
Η καλύτερη συμβουλή που έλαβε από την οικογένεια του δεν ήταν με λόγια, αλλά μέσω των πράξεων. Ο πατέρας του Κακά φρόντιζε πάντα να κάνει το σωστό, ήταν ειλικρινής και πιστός στις αξίες του. Αυτή η ακεραιότητα και η ηθική πυξίδα είναι εμφανείς σε όλη τη ζωή και την καριέρα του Κακά. Σε κάθε βήμα της ποδοσφαιρικής του πορείας, μιας πορεία που ξεκίνησε αργά για τα βραζιλιάνικα δεδομένα, ο Μπόσκο υπήρξε πηγή συμβουλών, προοπτικής και ακλόνητης υποστήριξης.
Η ανατροφή του Κακά σε ένα σταθερό περιβάλλον τον διαφοροποίησε από την πλειονότητα των συμπαικτών του. Ωστόσο, αυτό δεν τον απομάκρυνε από αυτούς. Αντιθέτως, ανέδειξε την εν-συναίσθηση και τη γενναιοδωρία του. Ο Κακά έπαιρνε συχνά τους συμπαίκτες του σπίτι του τα Σαββατοκύριακα, προσφέροντάς τους ένα διάλειμμα, μια αίσθηση οικογένειας, καθώς πολλοί από αυτούς τους νεαρούς ποδοσφαιριστές, που είχαν έρθει από όλη τη Βραζιλία, περνούσαν μήνες μακριά από τα δικά τους σπίτια.
Η ποδοσφαιρική ανάπτυξη και οι δοκιμασίες: Ένα κάταγμα που άλλαξε τα πάντα
Η ποδοσφαιρική πορεία του Κακά ξεκίνησε από τα τουρνουά μεταξύ συλλόγων στη Βραζιλία. Έπαιξε για ένα χρόνο στην ομάδα της Αλφαβίλ, αντιμετωπίζοντας συλλόγους όπως η Σάο Πάολο, προτού ενταχθεί ο ίδιος στην ακαδημία της.
Σε ηλικία 12 ετών, οι γονείς του παρατήρησαν ότι τα άλλα παιδιά ήταν πολύ ψηλότερα από εκείνον. Μετά από εξετάσεις, διαπιστώθηκε ότι είχε καθυστέρηση στην οστική του ηλικία κατά δύο χρόνια. Χρειάστηκαν δυόμισι χρόνια για να αρχίσει να αναπτύσσεται σωματικά. Παρόλα αυτά, δεν τα παράτησε ποτέ.
Η συνειδητοποίηση ότι μπορούσε να αφιερώσει τη ζωή του στο ποδόσφαιρο ήρθε περίπου στην ηλικία των 15 ετών. Τότε, ο Κακά αποφάσισε ότι όλα τα άλλα θα ήταν δευτερεύοντα. Το ποδόσφαιρο θα αποτελούσε την απόλυτη προτεραιότητα και ήταν αποφασισμένος να αγωνιστεί μέχρι τέλους για να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Είχε ένα μόνο όνειρο: Να γίνει επαγγελματίας παίκτης στην SPFC και να παίξει τουλάχιστον έναν αγώνα ως μέλος της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου της Βραζιλίας. Αυτή η δέσμευση, τόσο νωρίς στη ζωή του, ήταν εντυπωσιακή, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πόσοι άνθρωποι ονειρεύονται να γίνουν ποδοσφαιριστές στη Βραζιλία και πόσοι να φορέσουν την φανέλα της «Σελεσάο». Η καριέρα ενός αθλητή είναι πολύ απαιτητική, με στερήσεις και θυσίες, αλλά ο Κακά παρακινούνταν από την αγάπη του για το άθλημα και το όνειρό του να γίνει σπουδαίος παίκτης.
Ωστόσο σε ηλικία 18 χρονών, ένα σοβαρότατο περιστατικό παραλίγο να ανατρέψει αυτό το όνειρο και να αλλάξει τη ζωή του για πάντα. Ενώ χαλάρωνε σε ένα water park χτύπησε δυνατά το κεφάλι του στον πάτο της πισίνας. Η αρχική διάγνωση στο τοπικό νοσοκομείο ανέφερε απλώς μερικά ράμματα, αλλά ο πόνος επέμενε.
Επιστρέφοντας στο Σάο Πάολο, μια δεύτερη πιο λεπτομερής εξέταση αποκάλυψε την σκληρή αλήθεια: ένα κάταγμα στον έκτο αυχενικό σπόνδυλο. Οι γιατροί, αρχικά, αντιμετώπισαν την κατάσταση με μεγάλη ανησυχία. Του είπαν: "Κακά, μπορεί να μην μπορείς πλέον να παίξεις ποδόσφαιρο". Εκείνη τη στιγμή, η πιθανότητα να μην παίξει ξανά ήταν ένα τεράστιο σοκ για τον ίδιο , δεδομένου ότι ήταν ήδη ένας παίκτης με μεγάλη επιτυχία στην ομάδα νέων του Σάο Πάολο και της Εθνικής νέων της Βραζιλίας. Ο γιατρός του όμως ήταν σαφής. Η πιθανότητα παράλυσης ήταν υπαρκτή και ο φόβος τεράστιος.
Κανένας γιατρός δεν μπορούσε να του εγγυηθεί ότι θα μπορούσε να επιστρέψει στην ενεργό δράση. Όλα θα εξαρτιόνταν από τη διαδικασία ανάρρωσης και το πώς θα αντιδρούσε το σώμα του στην ασβεστοποίηση του σπονδύλου. Υπήρχε ο κίνδυνος για περίεργο μούδιασμα ή άλλες επιπλοκές που θα μπορούσαν να καταστρέψουν την ποδοσφαιρική του καριέρα. Για δύο μήνες, ο Κακά έζησε μέσα σε ένα φάσμα αβεβαιότητας.
Όταν τελικά το πρόβλημα ξεπεράστηκε, χρόνια μετά ο ίδιος σε συνέντευξη του δήλωσε :«Ήταν ένα πραγματικό θαύμα» Μια ανάρρωση που μέχρι σήμερα όπως πιστεύει, δεν είχε καμία σχέση με την τύχη και είχε να κάνει μόνο με τον Θεό.
Η Άνοδος στην πρώτη ομάδα και το όνειρο της Μίλαν
Το σοβαρό αυτό ατύχημα συνέβη τον Οκτώβριο του 2000. Ο Κακά έμεινε εκτός για τους επόμενους τρεις μήνες όταν εν τέλει επέστρεψε για το Taça São Paulo de Juniores, ένα πολύ διάσημο τουρνουά στη Βραζιλία. Πριν τον τραυματισμό, ήταν βασικός. Με την επιστροφή του, ξεκίνησε από τον πάγκο.
Η μοίρα, ή όπως πιστεύει ο ίδιος, η θεϊκή παρέμβαση, είχε άλλα σχέδια. Ο προπονητής της πρώτης ομάδας, ο Βαντάο, ζήτησε έναν επιθετικό και έναν μέσο από την ομάδα των νέων. Ο προπονητής του Κακά αρχικά αρνήθηκε να δώσει τον βασικό του μέσο, καθώς ήταν ο αρχηγός και ο πιο έμπειρος παίκτης της ομάδας. Αντ' αυτού, προσέφερε τον αναπληρωματικό του, ο οποίος έτυχε να είναι ο Κακά. Έτσι, πήγε μαζί με ένα συμπαίκτη του στην πρώτη ομάδα, και από εκείνη τη στιγμή, ο Κακά δεν επέστρεψε ποτέ στην ομάδα των νέων. Ήταν σαν παραμύθι, μια σειρά γεγονότων που δεν θεωρούνταν σύμπτωση. Το περιστατικό με τον αυχένα του συνέβη μόλις δύο μήνες πριν και τον Ιανουάριο του 2001, επέστρεψε και άρχισε να παίζει σε επαγγελματικό επίπεδο.
Λίγο μήνες αργότερα, σκόραρε δύο γκολ τα οποία χάρισαν στην ομάδα του τον τίτλο του Τουρνουά Ρίο-Σάο Πάολο. Κάθε πτώση φέρνει μαζί της ένα μεγάλο μάθημα, και ο Κακά έμαθε να αναπτύσσεται μέσα από αυτές, για να συνεχίσει να στέκεται στα πόδια του.
Η Καρολίνα: Το θεμέλιο της ζωής του
Πέρα από τις αγωνιστικές επιτυχίες, η ζωή του Κακά, και κατ' επέκταση η ποδοσφαιρική του διαδρομή, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την Καρολίνα, τη σύζυγό του, την οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει ως «θεμέλιο» στην πορεία του. Η Καρολίνα, όπως και οι γονείς και ο αδερφός του, υπήρξαν πηγές καθημερινής στήριξης τόσο στις καλές όσο και στις κακές στιγμές. Η δυνατότητα να μοιράζεται τις χαρές –όπως η μεταγραφή αργότερα στη Ρεάλ Μαδρίτης και τις αγωνίες με τους κοντινούς του ανθρώπους, αποτελούσε πάντοτε ένα ανεκτίμητο δώρο για τον Κακά, επιβεβαιώνοντας την πίστη του στη φωνή της αλήθειας που τον καθοδηγούσε σε κάθε βήμα.
Η πρόταση γάμου στην Καρολίνα, μια ιστορία που ανακαλεί ο ίδιος με ιδιαίτερη τρυφερότητα, αποκαλύπτει μια ρομαντική και προσεκτικά σχεδιασμένη στιγμή. Το ζευγάρι διατηρούσε μια σχέση εξ αποστάσεως για δύο χρόνια, με την Καρολίνα να ζει στη Βραζιλία και τον Κακά στο Μιλάνο. Παρά την απόσταση, οι συναντήσεις ήταν συχνές, με την Καρολίνα να επισκέπτεται το Μιλάνο ανά δίμηνο και τον Κακά αντίθετα την ίδια κάθε φορά που επέστρεφε στη Βραζιλία για τις υποχρεώσεις του με την εθνική ομάδα.
Μια μέρα, κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης της Καρολίνα στο Μιλάνο, ο Κακά της ανακοίνωσε ότι είχε μια εκδήλωση της Adidas στη Βενετία ως πρεσβευτής της ομάδας του αλλά και του ίδιου του brand, προσκαλώντας την να τον συνοδεύσει. Φτάνοντας στην πόλη των καναλιών, απόλαυσαν μια ρομαντική βόλτα με γόνδολα. Στη συνέχεια, πήγαν σε ένα ξενοδοχείο με μια βεράντα στην κορυφή, η οποία διέθετε και εστιατόριο, προσφέροντας πανοραμική θέα της Βενετίας και της Αδριατικής θάλασσας. Εκεί, ο Κακά ενημέρωσε την Καρολίνα ότι η εκδήλωση θα καθυστερούσε ή ίσως και να ακυρωνόταν, κι έτσι άρχισαν να γευματίζουν. Δίπλα στο εστιατόριο υπήρχε μια βεράντα με εκπληκτική θέα. Μέσα σε ένα σκηνικό που θύμιζε άκρως ρομαντικό κομεντί , ο Κακά ζήτησε από το προσωπικό του ξενοδοχείου να ανάψει τα φώτα έξω, βγήκε στην βεράντα με το δαχτυλίδι και της έκανε πρόταση γάμου. Ήταν μια στιγμή που όπως περιέγραψε η ίδια χρόνια αργότερα ήταν αδύνατο να αρνηθεί, μια συγκλονιστικά ρομαντική χειρονομία που κάθε γυναίκα θα ονειρευόταν.
Μετά τον γάμο, η δημιουργία οικογένειας αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα όνειρα και των δύο. Μετά από κάποιες προσπάθειες, η Καρολίνα επισκέφθηκε τον γιατρό για έλεγχο και, επιστρέφοντας, ανακοίνωσε στον Κακά ότι δεν ήταν έγκυος. Ωστόσο, η έκπληξη τον περίμενε στο σαλόνι του σπιτιού τους. Η Καρολίνα είχε γράψει σε ένα σημείωμα «συγχαρητήρια μπαμπά» και είχε τοποθετήσει βρεφικά παπούτσια δίπλα σε αυτό. Η επιστροφή του Κακά στο σπίτι μετά την προπόνηση και η ανακάλυψη αυτής της συγκινητικής έκπληξης τον γέμισε με απερίγραπτη χαρά. Αυτές είναι στιγμές που, όπως ο ίδιος αναφέρει, «δεν ξεχνάς ποτέ».
Η δημιουργία της δικής του οικογένειας με την Καρολίνα, ήταν η ολοκλήρωση ενός ακόμα μεγάλου ονείρου στη ζωή του Κακά, υπογραμμίζοντας την αξία της αγάπης και της συντροφικότητας πέρα από τις αθλητικές επιτυχίες. Η ζωή του Κακά, από την Μπραζίλια έως τα λαμπερά στάδια της Ευρώπης, αποτελεί μια μαρτυρία της δύναμης της πίστης, της οικογένειας και της αφοσίωσης σε αξίες που ξεπερνούν τον αθλητισμό.
Η Χρυσή εποχή της Μίλαν (2003-2009): Η Καθιέρωση στην Κορυφή
Ο Κακά αγωνίστηκε για έξι χρόνια στη Μίλαν. Η άφιξή του το 2003 σηματοδότησε την αρχή μιας χρυσής εποχής, τόσο για τον ίδιο όσο και για τον ιταλικό σύλλογο. Παρόλο που ο Κακά αρχικά δεν ένιωθε έτοιμος για ένα τόσο μεγάλο βήμα, η βαθιά του πίστη τον οδήγησε στην απόφαση να ενταχθεί στους "ροσονέρι". Πολύ γρήγορα, όχι μόνο καθιερώθηκε, αλλά εξελίχθηκε σε ηγέτη και βασικό μοχλό της ομάδας.
Στη Μίλαν, ο Κακά γνώρισε την απόλυτη ποδοσφαιρική καταξίωση. Η ικανότητά του να συνδυάζει την εξαιρετική τεχνική με την εκρηκτική ταχύτητα και την ανεπανάληπτη ντρίμπλα τον καθιστούσαν πηγή κινδύνου για κάθε αντίπαλη άμυνα. Η διορατικότητά του στο παιχνίδι, η ικανότητά του να διαβάζει τις φάσεις και να πασάρει με ακρίβεια, σε συνδυασμό με την αποφασιστικότητά του στο σκοράρισμα, τον ανέδειξαν σε έναν από τους πληρέστερους επιτελικούς μέσους στον κόσμο.
Το αποκορύφωμα αυτής της περιόδου ήρθε το 2007, όταν ο Κακά οδήγησε τη Μίλαν στην κατάκτηση του Champions League. Στον τελικό εναντίον της Λίβερπουλ, αν και δεν σκόραρε ο ίδιος, ήταν ο αρχιτέκτονας των δύο γκολ του Φίλιπο Ιντσάγκι. Την ίδια χρονιά, αναγνωρίστηκε ως ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής στον κόσμο, κατακτώντας τη Χρυσή Μπάλα και το βραβείο του Παίκτη της Χρονιάς της FIFA. Ήταν μάλιστα η τελευταία φορά που ένας παίκτης, πριν την κυριαρχία των Μέσι και Ρονάλντο, κατάφερε να λάβει το συγκεκριμένο βραβείο.
Συνολικά, με τη Μίλαν, ο Κακά κατέκτησε ένα Champions League (2007), ένα Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων (2007), ένα UEFA Super Cup (2007), ένα Scudetto (2003-04) και ένα Ιταλικό Supercoppa (2004). Τα στατιστικά του ήταν εντυπωσιακά: 95 γκολ σε 270 αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις. Ο πιο σημαντικός τίτλος, ωστόσο, παρέμεινε για τον Κακά μέχρι και σήμερα το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002 φτάνοντας στην κορυφή του κόσμου με την φανέλα της χώρας του, παρότι είχε παίξει μόνο 25’ απέναντι στην Κόστα Ρίκα στους ομίλους, ενώ το παρθενικό του γκολ ήρθε τέσσερα χρόνια μετά στο Μουντιάλ της Γερμανίας απέναντι στην Κροατία.
Το όνειρο της βασίλισσας
Η θητεία του Κακά στη Ρεάλ Μαδρίτης ήταν για τον ίδιο μια περίοδος γεμάτη προκλήσεις και εσωτερικών συγκρούσεων. Ο ίδιος παραδέχτηκε στον πρόεδρο της ομάδας Φλορεντίνο Πέρεθ πως το πρόβλημά ήταν ο ίδιος του ο εαυτός. Ένιωθε πως, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες στις προπονήσεις η απόδοσή του στο γήπεδο δεν ήταν αντάξια. Οι δύσκολες στιγμές τον οδήγησαν σε αμέτρητα δάκρυα. Η σύζυγός του, που τον έβλεπε σε αυτή την κατάσταση, ήταν μάρτυρας της εσωτερικής του πάλης. Ο Κακά δεν μπορούσε να κατανοήσει γιατί το σώμα του τον πρόδιδε. Οι τραυματισμοί τον βύθισαν σε μεγάλη στενοχώρια.
Ο Κακά εντάχθηκε στη Ρεάλ Μαδρίτης το 2009, ως μία από τις πιο ακριβές μεταγραφές στην ιστορία του ποδοσφαίρου τότε, με σκοπό να γίνει ο ηγέτης της ομάδας. Δυστυχώς, τα χρόνια του στη Μαδρίτη σημαδεύτηκαν από επανειλημμένους τραυματισμούς, κυρίως στο γόνατο και στους προσαγωγούς, που τον κράτησαν συχνά εκτός αγωνιστικών χώρων. Παρά τις προσπάθειές του να επανέλθει, ο Βραζιλιάνος μέσος δεν κατάφερε ποτέ να αποδώσει το ίδιο υψηλό επίπεδο με αυτό που είχε δείξει στην Μίλαν, μένοντας πίσω από τις προσδοκίες τόσο του συλλόγου όσο και των φιλάθλων.
Το τέλος εποχής
Η θητεία του στους «Μαδριλένους» ολοκληρώθηκε το 2013, όταν και επέστρεψε στην Μίλαν, την ομάδα που τον ανέδειξε σε παγκόσμιο αστέρα, αφήνοντας πίσω του μια περίοδο που δεν απέδωσε τα αναμενόμενα για το μέγεθος του ταλέντου του.
Πήρε ξανά το Νο22 στη φανέλα, υπέγραψε με μισθό 4 εκατομμυρίων ετησίως, ενώ έγινε και δεύτερος αρχηγός των «ροσονέρι». Κι όμως, τίποτα δεν έμοιαζε με πριν. Δεν είναι ότι δεν έπαιζε. Κάθε άλλο, τριάντα συμμετοχές είχε στη σεζόν 2013-14, ενώ κόντρα στην Αταλάντα τον Ιανουάριο σημείωσε το 100 γκολ του με τη φανέλα της ομάδας που τον έφερε στην Ευρώπη. Η Μίλαν όμως δεν ήταν πια πρωταγωνίστρια κι ο ίδιος έμοιαζε να είχε χάσει το κέφι του με την λάμψη των προηγούμενων χρόνων είχε πια ξεθωριάσει.
Η καριέρα του ολοκληρώθηκε τελικά στο MLS, αγωνιζόμενος στην Orlando City SC, μια περίοδο κατά την οποία προσπάθησε να βρει εκ νέου τη χαρά του παιχνιδιού, μακριά από την ασφυκτική πίεση της ευρωπαϊκής κορυφής.
Το τέλος της καριέρας του βρήκε τον Κακά να ατενίζει το μέλλον με μια αίσθηση απογοήτευσης για το πώς είδε τελικά το ποδόσφαιρο. Περίμενε να τελειώσει η σεζόν και ζήτησε από τους αγαπημένους του – τη σύντροφό του, τον πατέρα του, τη μητέρα του και τον αδερφό του να τον βοηθήσουν με τις προσευχές τους. Τους ζήτησε 40 μέρες για να πάρει μια απόφαση, να συλλογιστεί και να προσευχηθεί.
Ταξίδεψε στη Μαδρίτη και στο Μιλάνο για να παρακολουθήσει ποδόσφαιρο, με την ελπίδα να διαπιστώσει αν η θέαση των "δικών του" κορυφαίων ομάδων θα του αναζωπύρωνε την επιθυμία να συνεχίσει να παίζει. Αν ένιωθε ότι ήθελε να βρίσκεται στο γήπεδο, τότε ήταν σαφές πως το ποδόσφαιρο ήταν ακόμα μέσα του, ακόμα κι αν αργότερα θα αγωνιζόταν σε διαφορετικό επίπεδο. Είδε τη Ρεάλ Μαδρίτης εναντίον της Ντόρτμουντ και το απόλαυσε πολύ, αλλά δεν είχε όρεξη να βρίσκεται ο ίδιος στο γήπεδο. Το ίδιο συνέβη και όταν παρακολούθησε την Μίλαν.
Έτσι, επέστρεψε στη Βραζιλία και ανακοίνωσε στην οικογένειά του ότι ήταν σχεδόν βέβαιος πως το ποδόσφαιρο είχε τελειώσει για εκείνον.
Η θεαματική ζωή του ποδοσφαιριστή, παρά τις χαρές της, συνοδεύεται από απίστευτα εξαντλητικές πτυχές που δεν είναι ορατές στον πολύ κόσμο. Η ιστορία του αποτελεί μάθημα για κάθε άνθρωπο. Ο Κακά έφτασε στην κορυφή γνώρισε την απόλυτη καταξίωση και όμως μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα γνώρισε την αμφισβήτηση, τον χλευασμό, την ταπείνωση. Στο τέλος δεν ήταν μόνο ο περίγυρος που δεν τον πίστευε άλλα ο ίδιος του ο εαυτός. Φτάνοντας λοιπόν στο σημείο αυτό, δεν συνέχισε, άκουσε «την φωνή της αλήθειας» και το θέλημα του Θεού , όπως πάντα ο ίδιος έλεγε και έβαλε τέλος στην ποδοσφαιρική του καριέρα. Ένα μεγάλο/ σύντομο αναλόγως πως το βλέπει ο καθένας ταξίδι έλαβε τέλος, όμως το στίγμα του Κακά στην κοινωνία του ποδοσφαίρου θα μείνει ανεξίτηλο...